Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Κεφαλοθραύστες (the Byzantine Mace)


Απελατίκια, βαρδούκια, ματζούκια, ραβδία, σιδηροράβδια, ρόπαλα και κορύνες.
Ονομασίες που χρησιμοποιήθηκαν στη μεσαιωνική ελληνική για να αποδώσουν παρόμοια θλώντα όπλα που στα αγγλικά αποδίδονται με τον όρο "mace".
Ο κεφαλοθραύστης δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές όπλο στην αρχαία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Από τα τέλη του 3ου μΧ αιώνα η χρήση του στην ανατολή γίνεται συχνότερη, υπό την επίδραση και για την αντιμετώπιση των βαριά οπλισμένων Περσών ιππέων.

Αποτέλεσε όπλο με ευρεία χρήση από διαφορετικές μονάδες. Mε απελατίκια ήταν οπλισμένοι οι απελάτες, ληστές των βουνών ουσιαστικά, αλλά και οι ακρίτες που αντιμετώπιζαν τόσο αυτούς, όσο και τους μουσουλμάνους επιδρομείς. Παρόμοια όπλα έφεραν όμως και οι κατάφρακτοι ιππείς, ελίτ των ταγμάτων, καθώς και ανώτατοι αξιωματούχοι για τους οποίους και αποτελούσε εκτός από όπλο και σύμβολο εξουσίας. Ακόμη και ο ίδιος ο αυτοκράτορας έκανε χρήση της πολεμικής ράβδου.

Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να διακρίνουμε επακριβώς σε ποιο είδος ράβδου αναφέρεται ο κάθε όρος-δεν αποκλείεται δε κάποιοι να αλληλοεπικαλύπτονται όντας ταυτόσημοι. Οι περισσότεροι τύποι, αποτελούνταν από σιδερένια κεφαλή και ξύλινη λαβή και προσφέρονταν για ρίψη, ενώ άλλοι, όπως το σιδηροράβδιο ήταν φτιαγμένοι εξ'ολοκλήρου από σίδηρο, χρησιμοποιούμενοι από το βαρύ ιππικό των κλιβανάριων και των κατάφρακτων.
Οι κεφαλές μπορούσαν να είναι απλές σφαιρικές, ενισχυμένες με καρφιά ή πολυγωνικές για να προξενούν σοβαρότερα τραύματα (όπως συμβουλεύει η Praecepta Militaria του Νικηφόρου Φωκά).
Το μήκος της ράβδου υπολογίζεται σε 60-80 εκ. για τα είδη που προσφέρονταν για ρίψη (καθ.Κόλλιας), ενώ άλλα ξεπερνούσαν το 1 μέτρο.
Τέλος, υλικό κατασκευής ήταν κατά κανόνα ο σίδηρος. Σπάνια είναι τα απελατίκια από μπρούτζο, ενώ τα όπλα των ευγενών ήταν συχνά επάργυρα και διακοσμημένα.

Βαρδούκιο 14ου αιώνα και εικόνα του Αγίου Δημητρίου (15ος αι). Ο συγκεκριμένος τύπος κεφαλής που συνδυάζει την κορύνα με τις πτέρυγες (club/flanged) θεωρείται κατεξοχήν βυζαντινός.



Τοιχογραφία έφιππου αγίου Δημητρίου (14ος αι) και παρόμοιο εύρημα 14ου-15ου αιώνα. Δυτικοευρωπαϊκής μορφής ή προέλευσης.
Οι στρατιωτικοί άγιοι παρουσιάζονται εξαιρετικά σπάνια με απελατίκια. Ορισμένοι πιστεύουν πως γι'αυτό ευθύνεται η χρήση του όπλου από "ταπεινές", "μη ευγενείς" ομάδες, όπως οι απελάτες και η πολιτοφυλακή. Κάτι τέτοιο όμως δε μπορεί να ισχύει, καθώς εκτός αυτών, βαρδούκια έφερε τόσο το υψηλού στάτους βαρύ ιππικό, όσο και ανώτατοι αξιωματικοί, προσδίδοντας στη ράβδο χαρακτήρα αριστοκρατικό. Για την απουσία του όπλου από το οπλοστάσιο των αγίων θα πρέπει να ευθύνεται μάλλον η βιαιότητα του και τα όχι και τόσο ευγενή και "χριστιανικά" αποτελέσματα από τη χρήση του, που το καθιστούν ακατάλληλο για οποιοδήποτε καθωσπρέπει άγιο...


 
Στρογγυλή, μοροειδής κεφαλή 10-11ου αιώνα.

 Εύρημα 10-11ου αιώνα.

Απελατίκιο 10-11ου αι. Παρόμοια δείγματα έχουν βρεθεί στη Βουλγαρία, κατάλοιπα των σκληρών ρωμεοβουλγαρικών συγκρόυσεων.

Ρωμαίοι ιππείς διώκοντες τους Ρως στο Δορύστολο (976 μ.Χ). (χρον.Σκυλίτζη 12-13ος αι.) Φέρουν μακρυά ματζούκια με σφαιρική κεφαλή.

Κεφαλή 11-12ου αιώνα, παρόμοια με εύρημα από την Πλίσκα της Βουλγαρίας κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής (1025-1185)

 
Εύρημα 10ου-12ου αιώνα. Αυτό το είδος προσαρμοζόταν σε ξύλινη ράβδο, ήταν ελαφρύτερο από τα πολυγωνικά βαρδούκια και ήταν κατάλληλο για ρίψη και χρήση από το ελαφρύ πεζικό.

*
"...καὶ σύντομα ἔριψα ραβδίν, τὴν Μαξιμούν ἐλάλουν:
«Ἐλεῶ τὰ κάλλη σου, κυρά, βλέπε μὴ κινδυνεύσης·
ἀλλὰ ἄς δώσω, Μαξιμού, τὴν φάραν σου ραβδέαν
καὶ ἐκ τὴν ραβδέαν, Μαξιμού, νόησε με τίναν ἔχεις».
Καὶ ἐγὼ ραβδέαν ἔδωσα τὴν φάραν 'ς τὰς κουτάλας
καὶ ἀνάσκελα ἐξήπλωσεν ἡ θαυμαστὴ ἡ φάρα."
 
(μάχη του Διγενή με τη αμαζόνα Μαξιμώ, απόσπασμα από το Έπος του  Βασιλείου Διγενή Ακρίτα, παραλλαγή Εσκοριάλ)
*

"..εξέθορεν εκ της ύλης, λύκος παμμεγεθέστατος, ώστε σχεδόν πάντες διαπτοηθήναι και εις ταραχήν εμπεσείν, ορμήσας δε κατ'αυτού ο Βασίλειος, και ρίψας εξ όπισθεν το βασιλικόν βαρδούκιον, έτυχεν του θηρίου κατά το μέσον της κεφαλής και τάυτην εδιχοτόμησε" (συνεχιστής Θεοφάνους, Βασιλείου 14, 4-8)

Τετράγωνο απελατίκιο 11-14ου αιώνα. Πιθανότερη χρονολόγηση 11ος. αι.

Πολυγωνικό βαρδούκιο 11ου-14ου αιώνα. Τέτοια όπλα έφεραν σύμφωνα με την Praecepta Militaria οι κατάφρακτοι. Όμοιο έυρημα του μουσείου της Βάρνας έχει χρονολογηθεί επακριβώς στο 1087, καθώς βρέθηκε στο πεδίο μάχης στο Δορύστολο.
 
Σιδερένια κεφαλή 9ου-13ου αιώνα. Το κυβικό σώμα ενισχύεται από ισχυρές γωνίες. Ο τύπος αυτός είναι πιθανότατα ο "Τετράγωνος" των στρατιωτικών εγχειριδίων, σε χρήση από το βαρύ ιππικό.

 *
"Ῥωμαῖοι δὲ μετὰ χεῖρας τὰς ἐκ σιδήρου κορύνας χειρισάμενοι (ἔθος δὲ αὐτοῖς καὶ τοιόνδε φέρειν ὁπλισμόν, ἡνίκα ἂν εἰς πόλεμον ἴοιεν) ἔπαιον τοὺς Παίονας δι᾿ αὐτῶν· καὶ ἦν καίριον μάλα τὸ πλῆγμα κατὰ κεφαλῆς καὶ προσώπων γινόμενον. πολλοὶ τοίνυν σκοτοδινιῶντες τῆς οἰκείας ἀνετρέποντο ἕδρας· εἰσὶ δ᾿ οἳ καὶ ἐλειφαίμουν τοῖς τραύμασι."
[Αναφορά στη μάχη στο Σίρμιο, 8 Ιουλίου 1167, όπου τα ρωμαϊκά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Ανδρόνικο Κοντοστέφανο κατατρόπωσαν τους Ούγγρους. (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις VI, 203-204]
*


Απελατίκιο 9ου-14ου αιώνα. ανατολικής προέλευσης με πιθανότερη χρονολόγηση στον 10ο-11ο αιώνα.

Βαρύ πεζικό με μακρυά ραβδία. (Φυλλάδα του Μεγαλεξάνδρου π.1350-75,Μαρκιανή Βιβλιοθήκη-Βενετία, προέλευση Τραπεζούντα)
*
ο Άγιος Γεώργιος με κεφαλοθραύστη στο αριστερό χέρι
Άγιος Κλήμης Αχρίδας, Μιχαήλ Ευτύχιου και Αστραπά, 1295

Κεφαλή 13ου-14ου αιώνα, βυζαντινή ή βουλγάρικη.

Εύρημα 14ου αιώνα, με χαρακτηριστικό σχήμα βυζαντινού βαρδούκιου. με μήκος 18 εκ., και οπή διαμέτρου 3 εκ.προσαρμοζόταν σε μακρύ και ισχυρό ραβδί. (βλ. εικόνα Αγίου Δημητρίου 15ου αι.)

Κεφαλή 14ου-15ου αιώνα. παρόμοιας μορφής εύρημα εκτίθεται στο μουσείο του Βελιγραδίου. πιθανόν αξιωματικού και ίσως σερβικό και όχι ρωμαϊκό.

Εύρημα 14ου-15ου αιώνα. Ο τύπος αυτός ήταν κοινός τόσο στην ανατολή, όσο και στην κεντρική και δυτική Ευρώπη.

Απελατίκιο 14ου-16ου αιώνα. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για οθωμανικό όπλο.

Βάρδας Φωκάς εναντίον Βάρδα Σκληρού κατά τη δυναστική κρίση επί Βασιλείου Β'. (χρονογραφία Σκυλίτζη 12-13ος αι.) Οι δύο αριστοκράτες είναι οπλισμένοι με βαρδούκια πολυγωνικού σχήματος με καρφιά.

Eξαιρετικό δείγμα κεφαλοθραύστη τελών 12ου-14ου αιώνα. Το σιδερένιο σώμα του όπλου είναι καλυμμένο με γεωμετρική διακόσμηση από άργυρο. Κάτοχός του ήταν δίχως αμφιβολία αριστοκράτης, ανώτερος αξιωματούχος ή στρατιωτικός διοικητής.

*
"(ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δούκας, ο Μούτζουφλος) ἐν πολλοῖς δὲ καὶ αὐτὸς ξίφος διαγκοινιζόμενος καὶ χαλκήρει κορύνῃ καθοπλιζόμενος τοῦτο μὲν τὰς τῶν ἐναντίων ἀνέκοπτεν ἐκδρομάς..."
(Νικήτα Χωνιάτη, Χρονική Διήγησις)
*

Παράσταση έφιππου πολεμιστή που κρατά κορύνη με πτέρυγες. Θραύσμα κεραμικού πιάτου, 12ος αι. (Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη)


Μοροειδής κεφαλή απελατίκιου. 12-13ος αιώνας, κεντρικά Βαλκάνια.

Σιδερένιο τμήμα ροπάλου. Η απλή, αν και ευρηματική κατασκευή από περιελιγμένο και κυρτωμένο σιδερένιο έλασμα μαρτυρά πως ήταν όπλο απλού στρατιώτη, ίσως πολιτοφύλακα ή ατάκτου. Στην ευρεία οπή προσαρμοζόταν μεγάλης διαμέτρου ξύλινη λαβή.

Οι Κυνοκέφαλοι, μυθικά πλάσματα που αντιμετώπισε ο Μεγαλέξανδρος, οπλισμένοι με διαφόρων ειδών κεφαλοθραύστες. (Φυλλάδα του Μεγαλεξάνδρου, Βενετία)

*
"Ο Κάβουρας που τον θωρεί, χαράν μεγάλην πήρε:
-- Καλώς το δείπνον το πωρνό, δείπνον το μεσημέρι.
Αν μου πομείνει και λίο, τραβώ το μέσ' στην τρύπα.
Μια ματσουκιά του χάρισεν απάνω στο καπάκι,
αν ήταν πέτρα ράγιζε και μάρμαρον εσκόρπα,
που να'ταν στεροκάροβο, επήγαινε και τα'ρτει.
Οι Δράκοι που τ' ακούσασι, 'που τα βουνά εφύγαν,
μα ο Θεός οργίστηκε και χάλαζα θα βρέξει.
Έπλωσε τα δαχτύλια του, τον Κωνσταντή αγκαλιάζει,
'πλώνει και τους δαχτύλους του, παίρνει του τη ματσούκα."

(Ο Κωσταντής και ο Κάβουρας, ακριτικό)
*

Δρακοντομαχία. Ακρίτας με πολεμικό ραβδίον. Θραύσμα κεραμικού, τέλη 12ου αι.

Σιδερένια πολυγωνική κεφαλή μεσοβυζαντινής περιόδου (6ος-12ος αι.) Προσαρμοσμένο σε μακρυά ράβδο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από πεζό στρατιώτη για την αντιμετώπιση ιππικού.

 Σφαιρική κεφαλή απελατίκιου με αδρές γραμμώσεις. (5ος-10ος αι.)

Μικρή σιδερένια κεφαλή απελατίκιου. (5ος-10ος αι.)

(ο Διγενής πάνοπλος κρατά ράβδο και αντιμετωπίζει το Δράκοντα 
(κεραμικό πιάτο 12ου αι.,μουσείο αρχαίας αγοράς, στοά Αττάλου, Αθήνα)

*
"(α)᾽Εκεῖνος τότε ἠθέλησε νὰ σηκώση τὸ σπαθί του,
ἐγὼ ὀπισθαπόδισα μικρὸν ἀναπηδήσας,
μὲ τὸ ραβδὶ τὸν ἔδωσα στὴν κεφαλὴν ἀπάνω,
καὶ εἰ μὴ ταύτην ἔσκεπε διόλου τὸ σκουτάριν,
κόκαλον δὲ ἀπόμενεν γερὸν ἀπάνω εἰς αὔτην˙
....
(β) σύντομα κεῖνος ἔτρεξεν ραβδέαν νὰ μοῦ δώση·
τὴν ράβδον μου ἐβάσταζον, τὸν ἔδωσα ραβδέαν,
καὶ σύσσελον τὸν ἔριψα ἀπὸ τὴν φάραν κάτω˙
ἀγκῶνας του ἐσυντρίφθηκε στὴν γῆν ὡσὰν τὸ ἅλας."


[Ο Διγενής Ακρίτας νικά τους απελάτες Φιλόπαππο (α) και Κίνναμο (β),
Έπος Βασίλειου Διγενή Ακρίτα]
*

Summary:
THE BYZANTINE MACE

Mace was one of the favorite weapons used by the East Roman (byzantine) army. Various names regarding mace can be found in contemporary sources, describing probably various types. Apelatikion, bardoukion, matzoukion, koryni, ropalon, ravdion, sidiroravdion are just some of these terms.
Mace was carried by humble soldiers -like apelatai and akritai- ,as well as by the elite tagmata regiments of cataphracts, nobility and the emperor himself.
Different types were used for throwing or just for thrusting.



Πηγές/credits:
-Ian Heath, Byzantine armies 886-1118, osprey publishing 1979
-Νικήτα Χωνιάτη, Χρονική Διήγησις
-'Επος Βασιλείου Διγενή Ακρίτα
-Immanuel Bekker, Theophanes Continuatus, Joannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus 
-συλλογή μεσαιωνικών όπλων, the smc medieval arms&armour website
-και κυρίως το εξαιρετικό site worldmuseumofman (διεύθυνση John McNamara, κείμενα dr.Rafaelle D'Amato), με την άδεια του οποίου αναδημοσιεύεται υλικό (οι φώτο σε λευκό φοντο). Τα ευρήματα που παρουσιάζονται προέρχονται από διάφορες περιοχές των Βαλκανίων.



Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Οι αδελφοί Αλέξιος και Ιωάννης (Β')

 
ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΕΓΑΣ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΓΑΣ ΠΡΙΜΙΚΗΡΙΟΣ
(μέρος Β’)

Πόλεμοι με Σέρβους και Οθωμανούς Τούρκους
Θάνατος του Αλεξίου

ο πύργος του Μαρμαρίου. 1367
Οι δύο αδελφοί επί μία δεκαετία μεριμνούν για την άμυνα της περιοχής επισκευάζοντας οχυρωματικά έργα και χτίζοντας νέα, προετοιμάζουν την άμυνα τόσο έναντι των Σέρβων όσο και της νέας μεγάλης απειλής από την Ανατολή, των Τούρκων.
Το 1367 ,όπως μαρτυρεί ως πρότινος εντοιχισμένη επιγραφή, χτίζουν πύργο στην περιοχή της Αμφίπολης, όπου βρισκόταν ο μικρός οικισμός του Μαρμαρίου, καθώς και συμπληρωματικό τείχος.
«Ανιγέρθη ο πύργοc ούτοc της νέαc μονήc του Παντοκράτορος δια συνδρομήc και εξόδου των πανευγενεcτάτων κτητόρων Αλεξίου και Ιωάννου των αυταδέλφων εν έτει ,ςωοε’ και δικαί(ου) Θεοδωρήτου μοναχού»
Ο πύργος κείται στην όχθη του Στρυμόνα, στα προσωρινά σύνορα με το σερβικό βασίλειο του Στέφανου Ούρος Ε’, του Αδύναμου και πριν το 1384 θα παραχωρηθεί στη μονή.


οχυρώσεις Θάσου. 1369-1374
Μεταξύ Μαρτίου 1368 και Φεβρουαρίου 1369, πεθαίνει ο Μέγας Στρατοπεδάρχης Αλέξιος στη Θάσο. Πιθανότατα σκοτώνεται υπερασπιζόμενος το νησί από μαρτυρούμενη επιδρομή των Τούρκων.
Κατόπιν αυτού, με φροντίδα του Ιωάννη ανεγείρεται και στο Μαρμαρολιμένα της Θάσου πύργος και επιπρόσθετο τείχος για την καλύτερη άμυνα του νησιού.


Το 1371 είναι μία από τις χρονιές ορόσημα στην εξάπλωση των Οθωμανών στα Βαλκάνια. Σε μάχη παρά τον Έβρο ποταμό (Oρμένιο)/μάχη του Τσερνόμεν/Μαρίτσα) συντρίβουν τους Σέρβους και στο πεδίο της μάχης πέφτουν πλήθος Σέρβων ευγενών, μεταξύ αυτών οι δύο ηγέτες τους, ο Δεσπότης των Σερρών Ιωάννης Ούγγλεσης και ο αδελφός του Δεσπότης Βούκασιν. Την κατάσταση εκμεταλλεύεται ο Μανουήλ Παλαιολόγος (Δεσπότης Θεσσαλονίκης, γιος του Ιωάννη Ε’ και μετέπειτα αυτοκράτωρ) ανακαταλαμβάνοντας τις Σέρρες. Στη συνέχεια, επεκτείνει την κυριαρχία του διαδοχικά ως το Βέρμιο και το Νέστο (όπου έχουν προωθηθεί ήδη οι Οθωμανοί) ,συνενώνοντας έτσι τις ελεύθερες περιοχές της Θεσσαλονίκης και της Χριστούπολης-Χρυσούπολης , που παραμένουν υπό διοίκηση του Μεγάλου Πριμικήριου Ιωάννη.


Ανδρόνικος Δ'
Η πίεση των Οθωμανών όμως παραμένει ασφυκτική. Αν και, τόσο η Βουλγαρία όσο και η Ρωμανία έχουν δηλώσει υποτέλεια μετά τη μάχη στο Τσερνόμεν, ομάδες ατάκτων παρεισφρέουν κατά διαστήματα και παρότι δεν πραγματοποιούν καταλήψεις πόλεων συντελούν στην καταστροφή της υπαίθρου και κατά συνέπεια σε μαρασμό της οικονομίας και χάος.
Το 1373 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ αναγκάζεται να ακολουθήσει το Σουλτάνο σε εκστρατεία στη Μικρά Ασία. Συμβαίνει τότε κάτι παράδοξο. Ο γιος του αυτοκράτορα, Ανδρόνικος και ο γιος του Σουλτάνου, Σαουτζή Τσελεμπή συνεργάζονται και επαναστατούν ταυτόχρονα κατά των πατεράδων τους! Η εξέγερση αποτυγχάνει ο νεαρός Τούρκος τυφλώνεται και πεθαίνει, ενώ ο Έλληνας γιος τη γλιτώνει με μερική μόνο απώλεια της όρασης, γεγονός που θα του επιτρέψει σύντομα να ανέλθει τελικά στο θρόνο, ως Ανδρόνικος Δ’.

Ταυτόχρονα εμφανίζονται όλο και συχνότερα στο Βόρειο Αιγαίο οι στόλοι της Βενετίας και της Γένοβας που αμφότερες διεκδικούν την Τένεδο, αλλά και τη γενικότερη επικράτησή τους στην περιοχή.
Αντρέα Κονταρίνι,νόμισμα και οικόσημο
Με πενιχρά μέσα και μικρές δυνάμεις στις διαταγές του, παρά το βαρύγδουπο τίτλο που φέρει, ο Ιωάννης αποφασίζει να στραφεί προς τη Δύση. Ο Δεσπότης Μανουήλ αγωνίζεται κι αυτός με ελάχιστα μέσα και αδυνατεί να βοηθήσει αποτελεσματικά, ενώ η επικοινωνία με την Πόλη γίνεται μόνο μέσω θαλάσσης, καθώς οι Τούρκοι έχουν καταλάβει τη Θράκη (1354-1362) και η εξουσία του αυτοκράτορα ασκείται πλέον μόνο κατ’όνομα. Χωρίς να εγκαταλείψει τη Μακεδονία ,ο Μέγας Πριμικήριος στέλνει γράμμα στο Δόγη της Βενετίας Ανδρέα Κονταρίνι ζητώντας το δικαίωμα του πολίτη της Γαληνοτάτης. Η απάντηση έρχεται τον Ιανουάριο του 1374 και είναι θετική. Ο Ιωάννης πλέον είναι βασσάλος της Βενετικής Δημοκρατίας, ελπίζοντας σε στρατιωτική βοήθεια και προστασία, παρότι τα εδάφη του συνεχίζουν να ανήκουν θεωρητικά στην καταρρέουσα αυτοκρατορία.


Μανουήλ Παλαιολόγος
Εν τω μεταξύ στη Μακεδονία καταφθάνουν πλήθος πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Στη Θεσσαλονίκη μετακινούνται πολλοί νέοι ευγενείς από την Κωνσταντινούπολη συντασσόμενοι με τον Μανουήλ και πρόθυμοι να πολεμήσουν κατά των Οθωμανών [4].Ο Δεσπότης κηρύσσει δήμευση του μισού της τεράστιας μοναστηριακής γης και διανομή της σε προνοιάριους στρατιώτες.
Στις αρχές του 1383 οι Έλληνες αντεπιτίθενται. Σημειώνονται τρεις στρατιωτικές επιτυχίες εναντίον Τουρκικών στρατευμάτων, δύο στην ξηρά και μία στη θάλασσα, επιφέροντας λάφυρα και πλήθος αιχμαλώτων. Ο λόγιος Δημήτριος Κυδώνης πανηγυρίζει καλώντας τους στρατιώτες της Ρωμανίας-τους «νέους Μαραθωνομάχους» όπως τους ονομάζει, σε ολομέτωπο αγώνα κατά των βαρβάρων της Ανατολής.


Το τέλος

Μουράτ Α'
Η αναστροφή του κλίματος όμως θα είναι πρόσκαιρη. Ο σουλτάνος Μουράτ ο Α’ κινητοποιεί μεγάλες δυνάμεις και θέτει επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος τον Τσανταρλή Καρά Χαλήλ πασά, που κατείχε τον τιμητικό τίτλο του χαϊρεντίν και τον θρυλικό εξωμότη Γαζή Εβρενός μπέη.
Οι Τούρκοι με πολυάριθμο πεζικό, ιππικό και δεκάδες πολιορκητικές μηχανές ξεκινούν πολιορκίες ταυτόχρονα σε όλα τα κάστρα ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Μεταξύ αυτών στη Χρυσούπολη, την Ανακτορούπολη και τη Χριστούπολη, στις χώρες διοίκησης του Ιωάννη. Οι πόλεις συνθηκολογούν η μία μετά την άλλη ή πέφτουν με έφοδο, όπως οι Σέρρες και ακολουθεί σφαγή και εξανδραποδισμός των κατοίκων.


Μπρος σε αυτήν την τραγική κατάσταση, ο ηλικιωμένος πλέον Μέγας Πριμικήριος Ιωάννης βρίσκεται σε απελπισία. Μετά από 30 χρόνια συνεχών πολέμων, αποφασίζει να παραιτηθεί, αναγνωρίζοντας προφανώς το τραγικό και το μάταιο των αγώνων του, αλλά ίσως και της επίγειας ζωής. Εγκαταλείπει τη διοίκηση της Χριστούπολης και από το λιμάνι του υπό πολιορκία κάστρου, πλέει προς τον Άθωνα. Φτάνοντας στη μονή που έχτισε ο ίδιος και ο αδερφός του, γίνεται ο και ο ίδιος μοναχός.

η διαθήκη του Ιωάννη
Συντάσσει μάλιστα διαθήκη (Αύγουστος 1384) η οποία σώζεται στα αρχεία της μονής και μεταξύ άλλων αναφέρει:
«ἐπεὶ δὲ τοίνυν πρὸ χρόνων πολλῶν, ἔτι περιόντος τοῦ μακαριωτάτου μου ἐκείνου αὐταδέλφου, περιφανεστάτου μεγάλου Στρατοπεδάρχου, μονὴν ἀμφότεροι τῷ Παντοκράτορι Χριστῷ κατὰ τὸ περιφανέστατον καὶ λαμπρότατον ῞Αγιον ῎Ορος τοῦ ῎Αθω ἐκ βάθρων αὐτῶν ἀνεγείραμεν, ἐκείνου τε ἐφεξῆς τὸ ζῆν ἐκμετρήσαντος, μόνος αὐτὸς περιλειφθείς, τὸ λειπόμενον τῷ τῆς τελείας ἀνεπλήρωσα ἀνακτήσεως».[1β]


Μόλις λίγα χρόνια μετά, μεταξύ 1386-1387, o Ιωάννης πεθαίνει και θάβεται εντός της μονής. Ο τάφος του («τάφος των κτιτόρων»), με τη μαρμάρινη σαρκοφάγο και τη μεταγενέστερη τοιχογραφία των δύο αδελφών (βλ. αρχή δημοσίευσης) σώζεται και σήμερα στη βόρεια πλευρά της Λιτής.
τμήμα της σαρκοφάγου
η Λιτή με τον τάφο
Την ίδια χρονιά (1387) η Θεσσαλονίκη και η Χριστούπολη καθίστανται υποτελείς στο Σουλτάνο μετά από την τετράχρονη πολιορκία. Τέσσερα χρόνια αργότερα (1391) η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνεται και η Χριστούπολη καταστρέφεται ολοσχερώς.

Επίλογος

Οι αδελφοί Αλέξιος και Ιωάννης είναι χαρακτηριστικές προσωπικότητες του Βυζαντίου, του 14ου αιώνα. Αριστοκράτες, θρήσκοι και θρησκόληπτοι, μαχητικοί και συντηρητικοί, υπήρξαν μέρος ενός Κόσμου που χανόταν. Στη μάχη έναντι στη μοίρα, ο ένας έχασε τη ζωή του και ο άλλος αναγνώρισε την ήττα του, αποσυρόμενος από τα εγκόσμια και αναμένοντας το οριστικό τέλος του Κόσμου τους.

Επιτάφιος-Αήρ, μονή Παντοκράτορος. Δώρο των Κτιτόρων

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

"ασπίδα του α.Μερκουρίου"Ι.Μ.Παντ.
[1] Αρχεία Μονής Παντοκράτορος
-[1α] επιστολή πατριάρχη Φιλόθεου
-[1β] διαθήκη Μεγάλου Πριμικήριου Ιωάννη
-[1γ] επιστολή Άννας Λασκαρίνας Παλαιολογίνας προς το Μέγα Στρατοπεδάρχη Αλέξιο
[2] Ostrogorsky, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μέρος Η’
[3] P.Lemerle, Philippes et la Macédoine Orientale à l'epoque chrétienne et byzantine
[4] A.Vacalopoulos, History of Macedonia 1354-1833
[5] Ευθ.Τσιγαρίδας, Τοιχογραφίες και εικόνες της Μονής Παντοκράτορος Αγίου Όρους, 1977
[6] Viator, Medieval and Renaissance studies, volume 4